Καταρρέει η ρωσική οικονομία ή ο πλανήτης χωρίζεται στα δυο;

Του Thomas Fazi (Μετάφραση: Γιώργος Β. Μιχαήλ)

Η Δύση, ακολουθώντας το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, αντέδρασε στην εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία υιοθετώντας ένα «ακρωτηριαστικό» καθεστώς κυρώσεων.

Πρόκειται για έναν «ολοκληρωτικό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό πόλεμο» που στόχο έχει «να προκαλέσει την κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας», όπως παραδέχτηκε με ειλικρίνεια ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών, Μπρούνο Λεμέρ.

Κι όμως, πολλές από τις τρέχουσες κυρώσεις φαίνεται να είναι απλοί περιορισμοί που στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν εναντίον πολλών χωρών. Ορισμένες από αυτές -συμπεριλαμβανομένων των απαγορεύσεων εξαγωγών και της δέσμευσης ορισμένων περιουσιακών στοιχείων- έχουν επιβληθεί στην Ρωσία ήδη από το 2014, μετά την προσάρτηση της Κριμαίας.

Ακόμη και ο πολυσυζητημένος αποκλεισμός ορισμένων ρωσικών τραπεζών από το πρωτεύον διεθνές σύστημα τραπεζικών μηνυμάτων, το SWIFT, δεν είναι πρωτόφαντος, αφού έχει ήδη χρησιμοποιηθεί εναντίον του Ιράν, με ανομοιογενή αποτελέσματα.

Η πλέον αμφιλεγόμενη πτυχή του νέου καθεστώτος κυρώσεων είναι, χωρίς αμφιβολία, το πάγωμα των υπεράκτιων αποθεμάτων χρυσού και συναλλάγματος της Ρωσίας – περίπου το ήμισυ των συνολικών της αποθεμάτων – αλλά ακόμη και αυτό δεν είναι πρωτοφανές:

Πέρυσι, οι ΗΠΑ πάγωσαν τα συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας του Αφγανιστάν, προκειμένου να αποτρέψουν την πρόσβαση των Ταλιμπάν στα κεφάλαιά τους. Έχουν, επίσης, παγώσει στο παρελθόν τα συναλλαγματικά αποθέματα του Ιράν, της Συρίας, και της Βενεζουέλας.

Επομένως, αν τα εξετάσουμε μεμονωμένα, αυτά τα μέτρα δεν είναι τόσο εξαιρετικά όσο έχουν παρουσιαστεί.

Ωστόσο, ποτέ πριν δεν επιβλήθηκαν τόσες πολλές κυρώσεις ταυτόχρονα: υπάρχουν ήδη 6.000 διαφορετικές δυτικές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στην Ρωσία – περισσότερες από αυτές που υπάρχουν εναντίον του Ιράν, της Συρίας, και της Βόρειας Κορέας μαζί.

Ακόμη πιο σημαντικό, καμία από τις χώρες στις οποίες επιβλήθηκαν κυρώσεις στο παρελθόν, δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο η Ρωσία, που είναι μέλος της G20 και η μεγαλύτερη πυρηνική δύναμη στον κόσμο.

Ομοίως, καμία από τις 63 κεντρικές τράπεζες που είναι μέλη της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) στη Βασιλεία -γνωστή ως η κεντρική τράπεζα των κεντρικών τραπεζών- δεν έγινε ποτέ στόχος οικονομικών κυρώσεων.

Αλλά τώρα, η ίδια η BIS συμμετέχει στις κυρώσεις, προκειμένου να αποτρέψει την πρόσβαση της Ρωσίας στα υπεράκτια αποθέματά της. Αυτό είναι πραγματικά άνευ προηγουμένου: από την ίδρυσή της, το 1931, η BIS δεν είχε λάβει ποτέ τέτοιο μέτρο, ούτε καν κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Τι πρέπει, λοιπόν, να περιμένουμε από τις κυρώσεις;

Οι δυτικοί ειδήμονες και σχολιαστές έχουν ελάχιστη αμφιβολία: οι κυρώσεις θα ανακόψουν την ρωσική οικονομία, θα προκαλέσουν την δυσαρέσκεια του ρωσικού λαού και των ελίτ, και θα προκαλέσουν, πιθανώς, ακόμα και την πτώση του καθεστώτος Πούτιν.

«Τουλάχιστον», μας λένε, «θα εμποδίσουν τις πολεμικές προσπάθειες της Ρωσίας».

Αλλά η ιστορία υποδεικνύει άλλα πράγματα. Δείτε το Ιράκ ή, πιο πρόσφατα, το Ιράν.

Πολύ πιο πιθανό είναι ότι η επιβολή κυρώσεων στην Ρωσία θα αποβεί το τελευταίο στρατηγικό ατόπημα της Δύσης, σε μια μακρά λίστα στρατηγικών σφαλμάτων, των οποίων η άδοξη αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν είναι μόνο το πιο πρόσφατο παράδειγμα.

Άλλωστε, η Ρωσία προετοιμάζεται γι’ αυτήν την στιγμή εδώ και αρκετό καιρό. Μετά το πρώτο κύμα δυτικών κυρώσεων, το 2014, και εν μέρει ως αντίποινα εναντίον τους, ο Πούτιν ξεκίνησε αυτό που οι αναλυτές ονόμασαν στρατηγική «Φρούριο Ρωσία».

Αύξησε τα διεθνή αποθέματα της χώρας και τα απέμπλεξε από το αμερικανικό δολάριο και την βρετανική λίρα, μείωσε την έκθεσή της στο εξωτερικό, ενίσχυσε την οικονομική συνεργασία με την Κίνα, και εφάρμοσε στρατηγικές υποκατάστασης εισαγωγών σε διάφορους τομείς, μεταξύ των οποίων αυτοί των τροφίμων, των φαρμάκων, και της τεχνολογίας, σε μια προσπάθεια να προστατέψει την Ρωσία, όσο το δυνατόν περισσότερο, από εξωτερικούς κραδασμούς.

Είναι αλήθεια ότι ο Πούτιν έκανε το λάθος να αφήσει σταθμευμένα σε ξένες κεντρικές τράπεζες περίπου τα μισά από τα ρωσικά αποθεματικά, με αποτέλεσμα αυτά τώρα να δημευθούν.

Ωστόσο, η Ρωσία εξακολουθεί να έχει πρόσβαση σε περισσότερα από 300 δισεκατομμύρια δολάρια σε αποθέματα χρυσού και συναλλάγματος – μεγαλύτερα από τις περισσότερες χώρες στον κόσμο και αρκετά ώστε να μετριαστεί η βραχυπρόθεσμη πτώση των εξαγωγών ή να στηριχθεί το ρούβλι (για λίγο).

Επιπλέον, η ρωσική κεντρική τράπεζα αντέδρασε στις κυρώσεις σταματώντας την εκροή κεφαλαίων από την Ρωσία, εθνικοποιώντας τα συναλλαγματικά κέρδη των μεγάλων εξαγωγέων, και απαιτώντας από τις ρωσικές εταιρείες να μετατρέψουν σε ρούβλια το 80% των κερδών τους σε δολάρια και ευρώ. Επίσης, αύξησε τα επιτόκια στο 20%, σε μια προσπάθεια προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων.

Αυτά τα μέτρα αποσκοπούν στην ενίσχυση της αξίας του ρουβλίου και στην παροχή ροής συναλλάγματος στη χώρα. Και δείχνουν να λειτουργούν: ενώ το ρούβλι έχασε περίπου το 60% της αξίας του από την έναρξη της σύγκρουσης, η ελεύθερη πτώση του φαίνεται να έχει σταματήσει, σημειώνοντας μάλιστα άνοδο τις τελευταίες εβδομάδες.

Προς το παρόν, το χρηματοοικονομικό ισοζύγιο της Ρωσίας -η διαφορά μεταξύ των χρημάτων που ρέουν μέσα και έξω από την χώρα- απέχει πολύ από το να είναι καταστροφικό. […]

Εν ολίγοις, η Ρωσία δεν διατρέχει κανέναν κίνδυνο, βραχυπρόθεσμα, να ξεμείνει από αποθέματα και να μην μπορεί να πληρώσει για τις εισαγωγές της.

Αλλά ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Δύση αποφάσιζε να σταματήσει όλες τις εισαγωγές της από την Ρωσία εν μία νυκτί, δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι αυτό θα σταματούσε την ρωσική στρατιωτική μηχανή.

Η ιδέα ότι «χρηματοδοτούμε τον πόλεμο της Ρωσίας αγοράζοντας φυσικό αέριο και πετρέλαιο», όπως δήλωσε πρόσφατα η Φινλανδή πρωθυπουργός, είναι θεμελιωδώς άστοχη.

Όπως έχει παρατηρήσει ο οικονομολόγος Dirk Ehnts, η ρωσική στρατιωτική μηχανή, ως επί το πλείστον, δεν βασίζεται στις εισαγωγές (αν μη τι άλλο, η Ρωσία είναι εξαγωγέας όπλων). Προέρχεται από το εσωτερικό και, όπως και οι μισθοί των στρατιωτών της, πληρώνεται σε ρούβλια, τα οποία η ρωσική κεντρική τράπεζα μπορεί να δημιουργήσει σε απεριόριστη ποσότητα, όπως ακριβώς κάνει η Τράπεζα της Αγγλίας όταν πρόκειται για λίρες.

Εξίσου αβάσιμες είναι οι φήμες για επικείμενη ρωσική χρεωκοπία. Τα τελευταία χρόνια, η ρωσική κυβέρνηση έχει λάβει μέτρα για να μειώσει τις υποχρεώσεις της στο εξωτερικό: το χρέος της σε ξένο νόμισμα ανέρχεται σήμερα σε περίπου 40 δισεκατομμύρια δολάρια — ένα μικρό ποσό σε σύγκριση με το μέγεθος των ετήσιων εξαγωγών της Ρωσίας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο, που υπερβαίνουν τα 200 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οποιαδήποτε απόφαση χρεωκοπίας θα ήταν μια καθαρά πολιτική απόφαση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι πιστωτές, που αναμένουν να εισπράξουν σε δολάρια, είναι οι ίδιοι που μόλις κατέσχεσαν ένα μεγάλο μέρος των δολαρίων της Ρωσίας — εάν η τελευταία αθετούσε τις πληρωμές της, το πρόβλημα θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο για τους Δυτικούς πιστωτές.

Το να πληγώσουμε την Ρωσία σημαίνει αναπόφευκτα ότι βλάπτουμε και τους εαυτούς μας.

Επιπλέον, χάρη στις επιτυχημένες προσπάθειες της ρωσικής κυβέρνησης για την τόνωση της γεωργικής παραγωγής, η εγχώρια παραγωγή τροφίμων αντιπροσωπεύει πλέον περισσότερο από το 80% των λιανικών πωλήσεων, από 60% που ήταν το 2014. Αυτό σημαίνει ότι η Ρωσία είναι σε μεγάλο βαθμό αυτάρκης ως προς τα τρόφιμα.

Έτσι, ακόμα κι αν τα έσοδα από τις εξαγωγές της έπεφταν κατακόρυφα (πράγμα απίθανο), η χώρα δεν θα πεινούσε -σε αντίθεση με τον υπόλοιπο κόσμο- και πιθανότατα θα μπορούσε να συνεχίσει να χρηματοδοτεί τις πολεμικές της προσπάθειες.

Μπορεί άραγε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματική η επιλεκτική απαγόρευση των εξαγωγών συγκεκριμένων δυτικών εξαρτημάτων υψηλής τεχνολογίας, ορισμένα από τα οποία πρόκειται να χρησιμοποιηθούν στην αμυντική βιομηχανία της Ρωσίας;

Πιθανώς. Αλλά η Ρωσία μειώνει την εξάρτηση του στρατιωτικού-βιομηχανικού της μηχανισμού από ξένα εξαρτήματα και τεχνολογίες εδώ και χρόνια.

Και οι δύο υποθέσεις – ότι η οικονομία και ο στρατός της Ρωσίας μπορούν να γονατίσουν μέσω απαγορεύσεων εξαγωγών ή/και εισαγωγών – βασίζονται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι ολόκληρος ο κόσμος συμφωνεί με τις κυρώσεις. Αλλά αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα.

Είναι αλήθεια πως τα περισσότερα έθνη του κόσμου – 143 από τα 193 – ψήφισαν, στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, υπέρ ενός ψηφίσματος που καταδικάζει την Ρωσία. Ωστόσο, ανάμεσα στις 35 χώρες που απείχαν από την ψηφοφορία περιλαμβάνονται η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, η Νότια Αφρική, καθώς και χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής.

Αυτές οι χώρες, όπως και άλλες -συμπεριλαμβανομένων πολλών που ψήφισαν υπέρ του ψηφίσματος, όπως η Βραζιλία- επέκριναν έντονα τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας και αναμένεται να συνεχίσουν τις συναλλαγές τους με τον Πούτιν.

Ειλικρινά, είναι πολύ δύσκολο να θεωρήσουμε την Ρωσία «απομονωμένη», όταν ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου έχουν αρνηθεί να υποστηρίξουν το καθεστώς κυρώσεων της Δύσης.

Η Κίνα, ειδικότερα, έχει υποστηρίξει πολύ έντονα την Ρωσία.

Το Πεκίνο είναι ήδη ο κύριος εμπορικός εταίρος του Κρεμλίνου, και από μόνο του μπορεί να απορροφήσει τεράστιες ποσότητες ρωσικής ενέργειας και εμπορευμάτων, καθώς και να παράσχει στην Ρωσία οποιαδήποτε βιομηχανικά και καταναλωτικά αγαθά που τώρα εισάγει από την Δύση.

Η Κίνα έχει, επίσης, μια εναλλακτική λύση στο δυτικό σύστημα SWIFT, για την διαχείριση διασυνοριακών συναλλαγών σε γιουάν, το CIPS, το οποίο θα μπορούσε να επιτρέψει στην Ρωσία να παρακάμψει εν μέρει τον οικονομικό αποκλεισμό της Δύσης.

Παρόλο που το γιουάν εξακολουθεί να αποτελεί ένα μικρό ποσοστό των διεθνών συναλλαγών, εντούτοις ο ρόλος του αναμένεται να αυξηθεί γρήγορα τα επόμενα χρόνια (σκεφτείτε την είδηση ​​ότι η Σαουδική Αραβία μπορεί να αρχίσει να τιμολογεί τις πωλήσεις πετρελαίου της στην Κίνα στο νόμισμα της τελευταίας).

Όλα αυτά εξηγούν γιατί ακόμα και δυτικοί οικονομικοί αναλυτές, όπως η Goldman Sachs και η JP Morgan, προβλέπουν μια ετήσια συρρίκνωση για την ρωσική οικονομία κατά περίπου 7% — κακή, αλλά όχι καταστροφική (η πανδημία προκάλεσε πολύ μεγαλύτερη πτώση του ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες).

Ωστόσο, πολλά θα εξαρτηθούν από την πολιτική απάντηση της ρωσικής κυβέρνησης.

Προφανώς, η αποχώρηση πολλών ξένων επιχειρήσεων και η μείωση των ξένων επενδύσεων θα αυξήσουν την ανεργία. Αλλά η ρωσική κυβέρνηση μπορεί να μετριάσει το πλήγμα καταφεύγοντας σε μια «κεϋνσιανή» επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, που στοχεύει στην ενίσχυση των εγχώριων επενδύσεων και στην στήριξη των εισοδημάτων.

Ήρθε μάλλον η στιγμή να εγκαταλείψει η Ρωσία την εξαιρετικά αυστηρή δημοσιονομική της πολιτική – κάτι που αρκετοί Ρώσοι οικονομολόγοι ζητούν εδώ και αρκετό καιρό.

Έχω ισχυριστεί ότι, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, οι ΗΠΑ θα επωφεληθούν από την σύγκρουση στην Ουκρανία. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, γίνεται σιγά-σιγά σαφές ότι η παγκόσμια δυτική τάξη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ θα υποφέρει.

Η επιβολή κυρώσεων από την Δύση -που εμπλέκουν όχι μόνο κυβερνήσεις, αλλά και ιδιωτικές εταιρείες, ακόμη και υποτιθέμενους απολιτικούς οργανισμούς όπως οι κεντρικές τράπεζες- έστειλε ένα σαφές μήνυμα στις χώρες του κόσμου:

Η Δύση δεν θα σταματήσει με τίποτα να τιμωρεί τις χώρες που φεύγουν από το «μαντρί».

Εάν μπορεί να τιμωρήσει την Ρωσία, που είναι μεγάλη δύναμη, τότε μπορεί να τιμωρήσει οποιονδήποτε.

Ας θυμηθούμε τις σχετικές δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ:

Δεν θα έχουμε [ποτέ ξανά] την παραμικρή ψευδαίσθηση ότι η Δύση θα μπορούσε να είναι ένας αξιόπιστος εταίρος. Θα κάνουμε τα πάντα για να μην εξαρτόμαστε από την Δύση σε εκείνους τους τομείς της ζωής μας που έχουν καθοριστική σημασία για τον λαό μας.

Αυτά τα λόγια είναι βέβαιο ότι θα αντηχήσουν σε ολόκληρο τον κόσμο, με δραματικές επιπτώσεις για την Δύση.

Όπως έχει προειδοποιήσει ο Wolfgang Münchau:

Το να δεσμεύει μια κεντρική τράπεζα τους λογαριασμούς μιας άλλης κεντρικής τράπεζας είναι πολύ μεγάλη υπόθεση… Ως άμεσο αποτέλεσμα αυτών των αποφάσεων, μετατρέψαμε το δολάριο και το ευρώ, καθώς και ό,τι εκφράζεται σε αυτά τα νομίσματα, σε de facto επικίνδυνα περιουσιακά στοιχεία.

Έτσι, πολλές χώρες θα οδηγηθούν αναπόφευκτα στην διαφοροποίηση των αποθεμάτων τους και στην αύξηση των διαθεσίμων τους σε γιουάν, προκειμένου να χαλαρώσουν την δυτική θηλιά στις οικονομίες τους και να ενισχύσουν την οικονομική τους ανθεκτικότητα και αυτάρκεια.

Ακόμα κι αν δεν πέσουν κατευθείαν στην αγκαλιά του Πεκίνου, όπως συμβαίνει ήδη με την Ρωσία, πιθανότατα ο κόσμος θα χωριστεί σε δύο (όλο και πιο απομονωμένα μεταξύ τους) μπλοκ:

ένα δυτικό μπλοκ που κυριαρχείται από τις ΗΠΑ, και ένα ανατολικό-ευρασιατικό μπλοκ που κυριαρχείται από την Κίνα.

Σε αυτόν τον νέο ψευδο-Ψυχρό Πόλεμο, οι «ουδέτερες» χώρες θα συνειδητοποιήσουν ότι μπορούν να διεκδικήσουν την εθνική τους κυριαρχία ευκολότερα από ό,τι σ’ έναν κόσμο υπό την ηγεσία της αμερικανικής παγκόσμιας αυτοκρατορίας.

Ξεχάστε την «κατάρρευση της ρωσικής οικονομίας».

Ο χωρισμός του κόσμου σε δύο μπλοκ θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα του νέου οικονομικού πολέμου της Δύσης.

Σπάσε το μονοπώλιο της ενημέρωσης. Εγγράψου στο Newsletter μας:

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Καταρρέει η ρωσική οικονομία ή ο πλανήτης χωρίζεται στα δυο;

Τα σχόλια είναι κλειστά.