Μπίσμαρκ και Πούτιν – Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συχνά κάνει ομοιοκαταληξίες

Του Robert Bridge (Μετάφραση: Γιώργος Β. Μιχαήλ)

Αν και καμιά ιστορική αντιστοίχιση δεν είναι ποτέ τέλεια, υπάρχουν εντούτοις μερικές αξιοσημείωτες ομοιότητες μεταξύ του Γερμανού καγκελαρίου Ότο φον Μπίσμαρκ και του Βλαντιμίρ Πούτιν, αν και όχι για τους λόγους που προτείνουν ορισμένοι ειδικοί.

«Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, αλλά συχνά κάνει ομοιοκαταληξία» – Μαρκ Τουαίην.

Ο Μπίσμαρκ, ο Γερμανός πολιτικός του 19ου αιώνα, γόνος πρωσικής οικογένειας γαιοκτημόνων, μπορεί να μην εμφανίστηκε ποτέ καβάλα σε άλογο χωρίς πουκάμισο, ή να μην φωτογραφήθηκε να σώζει ένα τηλεοπτικό συνεργείο από μια τίγρη της Σιβηρίας, αλλά η ιστορία του έχει περισσότερες ομοιότητες, από όσες αρχικά φαίνονται, με την ιστορία του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Όπως τώρα ο Ρώσος ηγέτης, έτσι τότε ο Μπίσμαρκ, ο ένθερμος αντιφιλελεύθερος που κυριάρχησε στην Πρωσία από το 1871 έως το 1890, θεωρούσε ότι ήταν θέμα υπαρξιακής σημασίας να ενώσει τους δικούς του ανθρώπους, τους Γερμανούς, σε ένα κοινό «έθνος-κράτος».

Όμως, ενώ οι πρωτοβουλίες του Μπίσμαρκ για την οικοδόμηση μιας αυτοκρατορίας τον οδήγησαν σε μια σειρά επιτυχημένων πολέμων εναντίον της Δανίας, της Αυστρίας και της Γαλλίας, οι προσπάθειες του Πούτιν για την (αν)οικοδόμηση του έθνους του επικεντρώθηκαν κατ’ ανάγκην στα κοχλάζοντα μακροχρόνια εσωτερικά προβλήματα, τα οποία θα μπορούσαν, αν δεν αντιμετωπίζονταν, να γονατίσουν την μετακομμουνιστική Ρωσία.

Μια σύγκριση μεταξύ Μπίσμαρκ και Πούτιν έκανε ο αρθρογράφος George F. Will. Δεν αποτελεί έκπληξη, ωστόσο, ότι ο Will, γράφοντας στην Washington Post, χρησιμοποίησε την αντιστοίχισή του για να υποστηρίξει το μόνιμο αφήγημα περί «Επιθετικής Ρωσίας», υποδηλώνοντας ότι ο Πούτιν θα κινηθεί για να κατακτήσει κι άλλες χώρες, μετά την «αποστρατιωτικοποίηση» και την «αποναζιστικοποίηση» της Ουκρανίας.

«Τα κράτη της Βαλτικής – Λετονία, Λιθουανία, Εσθονία, όλα έθνη-μέλη του ΝΑΤΟ – θα πρέπει να ανησυχούν», προειδοποίησε ο Will.

Ένας τέτοιος αβάσιμος και απερίσκεπτος ισχυρισμός, εκτός από το να υποδαυλίζει την ρωσοφοβία, έρχεται και σε αντίθεση με όλα όσα πρεσβεύει ο Πούτιν κατά την διάρκεια της προεδρίας του. Επιπλέον, αγνοεί το γεγονός ότι ο Ρώσος ηγέτης έχει ήδη κάνει τους «πολέμους» του – για να το πούμε έτσι.

Ενώ ο Μπίσμαρκ αναγκάστηκε αρχικά να πολεμήσει ενάντια σε ξένους αντιπάλους, η προτεραιότητα του Πούτιν, εκτός από το να δαμάσει τους ολιγάρχες που είχαν ουσιαστικά καταλάβει το Κρεμλίνο την δεκαετία του 1990, ήταν να τερματίσει τον πόλεμο στην Τσετσενία, ο οποίος ξεκίνησε το 1994, επί εποχής του προκατόχου του, Μπόρις Γέλτσιν.

Ακριβώς την περίοδο που αυτή η σύγκρουση στον Βόρειο Καύκασο έφτανε στο τέλος της, το 2008, ο πρόεδρος της Γεωργίας, Μιχαήλ Σαακασβίλι, πήρε την απερίσκεπτη απόφαση να εξαπολύσει στρατιωτική επίθεση στο αποσχισθέν κράτος της Νότιας Οσετίας.

Η απρόκλητη επίθεση, που σημειώθηκε ενώ ο Πούτιν υπηρετούσε ως πρωθυπουργός, είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο πολλών αντρών των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων, και κορυφώθηκε με έναν σύντομο πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας, που έληξε γρήγορα με νικήτρια την πρώτη.

Επτά χρόνια αργότερα, έχουμε την επέμβαση της Μόσχας στην Συρία, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015, ύστερα από επίσημο αίτημα της Δαμασκού για βοήθεια στην αντιμετώπιση των τρομοκρατικών δυνάμεων του Ισλαμικού Κράτους.

Μέχρι την έναρξη της ειδικής επιχείρησης [ή του πολέμου] στην Ουκρανία, αυτές οι εξ ολοκλήρου αμυντικές εκστρατείες προσδιόριζαν το μέγεθος της λεγόμενης «επιθετικότητας» της Ρωσίας.

Αυτό που ο George F. Will δεν καταλαβαίνει είναι ότι ο Μπίσμαρκ, ο οποίος εξέφρασε την προσωπική του αποστροφή για τον πόλεμο σε πολλές περιπτώσεις, δεν ήταν ένα είδος «νεοσυντηρητικού». Ο οξυδερκής καγκελάριος, αφού έθεσε υπό έλεγχο τους εχθρούς του, έγινε, για δύο δεκαετίες, ο εγγυητής της ειρήνης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Από αυτήν την άποψη, θα μπορούσε να γίνει σύγκριση μεταξύ του «Δόγματος Πούτιν», ας πούμε, και της ρεάλ-πολιτίκ του Μπίσμαρκ.

Ας ακούσουμε πώς περιγράφει τον Μπίσμαρκ ο ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ:

Παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος πρωταθλητής στο παιχνίδι του πολυμερούς διπλωματικού σκακιού για σχεδόν είκοσι χρόνια […] και αφοσιώθηκε αποκλειστικά και επιτυχώς στην διατήρηση της ειρήνης μεταξύ των δυνάμεων.

Ακούγεται οικείο; Όποιος αναγνώστης δεν έχει υποστεί πλύση εγκεφάλου από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης και την μηχανική και ασυλλόγιατη αντιρωσική στάση τους, θα δει γρήγορα ότι αυτή η περιγραφή ισχύει εύστοχα και για τον Πούτιν και την συνετή προσέγγισή του στις εξωτερικές υποθέσεις, κατά την διάρκεια της θητείας του.

Τολμώ να προβλέψω ότι οι (αμερόληπτοι) ιστορικοί του μέλλοντος θα γράφουν σχεδόν τα ίδια λόγια για τον Ρώσο ηγέτη, του οποίου οι αμυντικές ενέργειες στην Ουκρανία, για παράδειγμα, θα θεωρηθούν απολύτως δικαιολογημένες, στο πλαίσιο των υπαρξιακών απειλών που προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν. Αλλά παρεκτρέπομαι.

Ο αρθρογράφος της Washington Post συγχέει, επίσης, την «νοοτροπία» της σύγχρονης, δημοκρατικής Ρωσίας με την νοοτροπία της διευρυμένης Σοβιετικής Ένωσης και των 15 δημοκρατιών της.

Από την κατάρρευση της κομμουνιστικής αυτοκρατορίας το 1991, και σίγουρα πολύ πριν από τότε, ο ρωσικός λαός δεν είχε καμιά διάθεση για περιπέτειες «οικοδόμησης αυτοκρατορίας», εκτός αν, ίσως, εκλάβουμε τον όρο ως στρατηγική για κάποια επιχειρηματική επέκταση.

Η Ρωσία είναι μια πλήρως ανεπτυγμένη «καπιταλιστική δημοκρατία», πλούσια σε φυσικούς πόρους, ανθρώπινο ταλέντο, και lebensraum («ζωτικό χώρο»), και ως τέτοια – ανεξάρτητα από το τι θα ήθελαν να πιστεύουν οι ειδικοί – δεν έχει καμιά απολύτως ανάγκη για επεκτατικούς πολέμους.

Όσον αφορά την Κριμαία, η οποία τον Μάρτιο του 2014 ψήφισε την απόσχιση από την Ουκρανία και την ένταξή της στην Ρωσική Ομοσπονδία, ο Will εμφανίζεται αισθητά ταραγμένος που η Μόσχα, για να δικαιολογήσει τις ενέργειές της, επικαλέστηκε τον αείμνηστο Πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, και την υποτιθέμενη θεωρία του για «αυτοδιάθεση» ως παγκόσμιο δικαίωμα και ως «επιτακτική αρχή δράσης». Σαφώς, τέτοια πομπώδη ιδανικά είναι αποδεκτά μόνον όταν κρύβονται πίσω τους οι «εξαίρετοι» Αμερικανοί.

«Πρέπει να ηδονίζεται ο Πούτιν χρησιμοποιώντας την ευσέβεια ενός Αμερικανού αγίου για μια ενέργεια αντιαμερικανικής ρεάλ-πολιτίκ», γράφει ο Will. «Μεγάλο μέρος της γεωπολιτικής του Πούτιν συνίσταται στο να κάνει οτιδήποτε αντιτίθεται στην πολιτική των ΗΠΑ».

Λαμβάνοντας υπόψη ότι, περίπου από το γύρισμα της χιλιετίας και μέχρι σήμερα, η δυτική πολιτική είναι αιματοβαμμένη, «το να κάνεις οτιδήποτε αντιτίθεται στην πολιτική των ΗΠΑ» μπορεί να μην είναι και η χειρότερη επιλογή στρατηγικής.

Σαφώς, οι συνεχείς προσπάθειες των δυτικών μέσων ενημέρωσης να χαρακτηρίσουν τον Πούτιν ως την επιτομή του κακού, δεν συνάδουν με την πραγματικότητα.

Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, που έχουν ξεκινήσει πολλές απρόκλητες επιθέσεις σε μια σειρά από ατυχείς χώρες, μεταξύ των οποίων το Αφγανιστάν, το Ιράκ, η Συρία, και η Λιβύη, ο Πούτιν δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη να ταξιδέψει στο εξωτερικό αναζητώντας «τέρατα για σφαγή». Αντίθετα, ήρθαν να χτυπήσουν την πόρτα της Ρωσίας, ο ένας μετά τον άλλον.

Ειλικρινά απορώ, ακούγοντας αυτές τις μέρες τις θρηνολογίες δυτικών αξιωματούχων, που φαίνονται στ’ αλήθεια απρόθυμοι να δεχτούν ότι η Ρωσία έχει στρατιωτικές βάσεις σε τόσο κοντινή απόσταση από τα εδάφη των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ, μερικά από τα οποία, όπως η Εσθονία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία και η Νορβηγία, έχουν στην πραγματικότητα κοινά σύνορα με την Ρωσία.

Μπροστά σ’ αυτήν την επιθετική στάση από την πλευρά των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο Πούτιν είναι ο πραγματικός ειρηνοποιός από τότε που ανέλαβε την εξουσία.

Όσοι, σε αυτό το σημείο, θα υποστήριζαν ότι το 30μελές στρατιωτικό μπλοκ είναι απλώς ένας «αμυντικός» οργανισμός, ας φανταστούν την υστερία που θα ξεσπούσε αν η Μόσχα αποφάσιζε ποτέ να στρατιωτικοποιήσει τα σύνορα των ΗΠΑ στην Καραϊβική και στην Νότια Αμερική. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να φανταστούμε τίποτα. Είδαμε ήδη αυτήν την υστερία, κατά την διάρκεια της κουβανικής κρίσης των πυραύλων, το 1962, όταν ο κόσμος ακροβάτησε στο χείλος ενός αποκαλυπτικού πολέμου μεταξύ των πυρηνικών δυνάμεων.

Για πολλά χρόνια, η Ρωσία, η Κίνα, και ο υπόλοιπος κόσμος περιορίζονταν σε ρόλους καθηλωμένων θεατών, παρακολουθώντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους να καλπάζουν με ποδοβολητά σε ολόκληρο τον πλανήτη, και να αλλάζουν καθεστώτα ή να προξενούν καταστροφές.

Και τώρα που η Ρωσία έχει επιτέλους αντεπιτεθεί, ύστερα από πολλών χρόνων ξεκάθαρες προειδοποιήσεις που έπεσαν στο κενό, το δυτικό ημισφαίριο θέλει όλοι να πιστέψουν ότι η Μόσχα συμπεριφέρεται επιθετικά.

Μπορεί η μνήμη του κοινού να είναι κοντή, αλλά δεν είναι τόσο κοντή.

Μπορεί η πλειονότητα των αφυπνισμένων ανθρώπων να περιφρονεί την στρατιωτική σύγκρουση και την φρίκη που αυτή επιφέρει, αλλά, χωρίς μια ρωσική επέμβαση στην Ουκρανία, σε αυτήν την κρίσιμη καμπή της ιστορίας, οι συνέπειες θα ήταν πολύ πιο σοβαρές.

Ο Βλαντιμίρ Πούτιν, όχι μόνο αντιστάθμισε μια σειρά από εξωτερικές απειλές για την χώρα του, της οποίας οι αμυντικές δυνατότητες κινδύνευαν να αφανιστούν (τα αντιπυραυλικά συστήματα, για παράδειγμα, και τα εργαστήρια βιοόπλων στα σύνορα της Ρωσίας θα είχαν προκαλέσει αυτόν τον αφανισμό), αλλά γλίτωσε [τουλάχιστον προς το παρόν] την Ευρώπη και τον κόσμο από το φάσμα μιας αμερικανοκίνητης καταστροφής, που θα μπορούσε μάλιστα να έχει πυρηνικές αποχρώσεις.

Αν σου αρέσουν αυτά που διαβάζεις, υποστήριξε την προσπάθειά μου με μια δωρεά.

Η λογοκρισία στα κοινωνικά δίκτυα αγριεύει. Ας μην χάσουμε επαφή. Εγγράψου, για να λαμβάνεις ειδοποίηση στο email σου για κάθε νέο άρθρο: